βατεύω

βατέω, βατεύω
See also: s. βαίνω

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βατεύω — βατεύω, βάτεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βατεύω — (Α βατεύω) νεοελλ. (για ζώα ή και ανθρώπους με αντικ. θηλ. προσ.) έρχομαι σε σαρκική μίξη, καβαλάω αρχ. προξενώ βλάβη, καταπατώ, ποδοπατώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < βατώ ( έω) (κατά το οχεύω) < βατος, βάτης < βαίνω] …   Dictionary of Greek

  • βατεύω — εψα, εύτηκα, βατεμένος (στα ζώα), επιβαίνω, ζευγαρώνω με το θηλυκό: Τα κριάρια βατεύουν το καλοκαίρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βατώ — βατῶ ( έω) (Α) 1. βατεύω 2. (στη διάλεκτο των Δελφών) πατώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < βατος, βάτης < βαίνω (πρβλ. και λ. βατεύω)] …   Dictionary of Greek

  • επιβατεύω — ἐπιβατεύω (AM) 1. εισβάλλω, καταλαμβάνω 2. σφετερίζομαι 3. μετέχω («ψυχὴ τοῡ γηΐνου... ἐπιβατεύουσα») 4. είμαι επιβάτης πλοίου 5. ιππεύω μσν. πατώ αρχ. 1. στηρίζομαι σε κάποιον, εμπιστεύομαι κάποιον 2. βατεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βατεύω… …   Dictionary of Greek

  • επιθορώ — ἐπιθορῶ, όω (Α) εκσπερματίζω, βατεύω, ἐπιθόρνυμαι*. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού ρ. επιθόρννμαι «βατεύω»] …   Dictionary of Greek

  • οχεύω — (Α ὀχεύω) 1. (για αρσ. ζώο και σπάν. για πρόσ. με υποτιμητική σημ.) βατεύω, μαρκαλίζω 2. (το μέσ. ως παθ.) οχευομαι (για θηλ. ζώο) βατεύομαι αρχ. 1. (για ιπποκόμο) οδηγώ τον επιβήτορα κοντά στο θηλυκό άλογο προκειμένου να τό βατεύσει 2. (το μέσ.) …   Dictionary of Greek

  • συμβατεύω — Α (για ζώα) βατεύω μαζί με άλλον («ἀφίησιν αὐτῷ κύνας θηλείας συμβατεύειν», Παλαίφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + βατεύω «καταπατώ»] …   Dictionary of Greek

  • αβάτευτος — η, ο [βατεύω] 1. (για ζώα και πτηνά) αυτός που δεν βατεύτηκε, ανόχευτος, ανεπίβατος, αμαρκάλιστος 2. αυτός που δεν προήλθε από βάτευση 3. υγιής, αβλαβής …   Dictionary of Greek

  • αμφιβαίνω — ἀμφιβαίνω (Α) 1. περπατώ ολόγυρα, περιφέρομαι, τριγυρίζω 2. επιβαίνω, ιππεύω, καβαλικεύω 3. στέκομαι επάνω από τραυματισμένο φίλο μου για να τόν προστατεύσω, να τόν καλύψω 4. (για πολιούχες θεότητες) προστατεύω 5. και για τα ζώα που φυλάνε τα… …   Dictionary of Greek

  • βάτεμα — το [βατεύω] η συνουσία τών ζώων …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.